psychiatry
online

you are here: Home Educational Material Διαταραχές Πρόσληψης Τροφής
Διαταραχές Πρόσληψης Τροφής
Written by Konstantinos N. Fountoulakis   
Wednesday, 21 April 2010 22:06

Κων/νος Ν. Φουντουλάκης, Επίκ Καθηγητής Ψυχιατρικής ΑΠΘ

This e-mail address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it

Εισαγωγή

Η λήψη τροφής από τον άνθρωπο αποτελεί ανάγκη για να καλυφθούν οι ανάγκες του τόσο σε ενέργεια όσο και σε δομικά συστατικά, αλλα επίσης αποτελεί πηγή ευχαρίστησης (πιθανότατα στα πλαίσια μιας μεθόδου διαχωρισμού και επιλογής των χρήσιμων τροφών), ευκαιρία για κοινωνική διαντίδραση, ακόμα και αίτιο ενός βαρύτατου αμαρτήματος (λαιμαργία) σύμφωνα με πολλές θρησκευτικές πεποιθήσεις.

Διαφορετικές κοινωνίες αντιμετώπιζαν το αυξημένο βάρος σώματος με διαφορετική διάθεση, από τα υποτιμητικά αστεία του Αριστοφάνη στον «Πλούτο» στην θετική στάση των κοινωνιών της άπω ανατολής, στην περιφρόνηση από τη Βικτωριανή κοινωνία, μέχρι την απόλυτη εξιδανίκευση του χαμηλού σωματικού βάρους με την εμφάνιση του μοντέλου Τουιγκυ την δεκαετία του 1960.

Οι διαταραχές πρόσληψης τροφής (eating disorders) στις οποίες κυρίως περιλαμβάνονται η ψυχογενής (νευρογενής) ανορεξία (anorexia nervosa) και η βουλιμία (bulimia nervosa) καθώς και παραλλαγές τους είναι μια ιδιαίτερη ομάδα ψυχικών διαταραχών που έχουν περιγραφεί πολλές φορές στα ιστορικά χρονικά εδώ και σχεδόν 2,000 χρόνια, με πρώτες πιθανές αναφορές στα γραπτά των Aulus Gellius και Sextus Pompeius Festus τον 2ο και 4ο αιώνα μ.Χ. Στο Talmud (400-500 μ.Χ.) η λέξη «boolmut» χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει ανάμεσα στα άλλα και υπερβολική πείνα που θολώνει την κρίση.

Ενώ κατά το μεσαίωνα και την αναγέννηση υπήρχαν αναφορές κυρίως στη βουλιμία, με επιστημονικό τρόπο, για πρωτη φορά μια σειρά περιστατικών που αφορούσαν νεαρά κορίτσια περιγράφηκε τον 19ο αιώνα από τον Γάλλο γιατρό Louis-Victor Marce. Λίγο αργότερα οι  Sir William Gull και ο Ernest Charles Laseque (1873) περιγράφουν την κατάσταση της «υστερικής ανορεξίας». Κατά τη δεκαετία του 1950 η Hilda Bruch περιέγραψε το τυπικό ψυχολογικό προφίλ της ψυχογενούς ανορεξίας και το 1979 ο Gerald Russell διεχώρησε τη βουλιμία ως ξεχωριστή νοσολογική οντότητα.

Η σύγχρονη έρευνα ανιχνεύει ομοιότητες μεταξύ της νοσογόνου παχυσαρκίας και ψυχολογικών χαρακτηριστικών που σχετίζονται με εξαρτήσεις από ουσίες (Acosta, Manubay, & Levin, 2008; Avena, Rada, & Hoebel, 2008), δεν είναι απίθανο δε, στο προσεχές μέλλον η ίδια η παχυσαρκία στη νοσογόνο της μορφή να συμπεριληφθεί στην ψυχιατρική ταξινόμηση των διαταραχών λήψης τροφής (Devlin, 2007).

Επιδημιολογία

Η συχνότητα εμφάνισης των διαταραχών πρόσληψης τροφής δεν είναι γνωστή με ακρίβεια και αξιοπιστία, εν μέρει επειδή τα διαγνωστικά κριτήρια έχουν τροποποιηθεί πολύ μέσα σε λίγες δεκαετίες αλλά και επειδή η μεθοδολογία ανίχνευσης στο γενικό πληθυσμό παρουσιάζει σημαντικά προβλήματα.

Τα δεδομένα πιθανολογούν μια αύξηση της συχνότητας εμφάνισης όλων των διαταραχών πρόσληψης τροφής κατά τα τελευταία 50 χρόνια διεθνώς.

Η επίπτωση, δηλαδή τα νέα περιστατικά ψυχογενούς ανορεξίας που εμφανίζονται ανά έτος κυμαίνεται μεταξύ 2 και 20 ανά 100.000 κατοίκους, ανάλογα με τη χώρα, το φύλο και την ηλικιακή ομάδα, με τους άνδρες να εμφανίζουν τα μικρότερα ποστοστά (κοντά στο 2/100.000). Κατά μέσο όρο η ετήσια επίπτωση της ψυχογενούς ανορεξίας φαίνεται να είναι γύρω στο 8/100.000 με ετήσιο επιπολασμό, δηλαδή συνολικό ποσοστό του πληθυσμού που πάσχει σε πλαίσιο ενός έτους 0,02%. Ο επιπολασμός ζωής (δηλαδή το ποσοστό του πληθυσμού που θα νοσήσει τουλάχιστον καποια περίοδο της ζωής του) ενδεχομένως να περνάει κατά πολύ το 1-2% (0,5-3,7%), με περίπου το 95% να είναι γυναίκες.

Αντίστοιχα δεδομένα για την βουλιμία δεν είναι διαθέσιμα αλλα η ετήσια επίπτωσή της υπολογίζεται σε περίπου 10/100,000 και ο επιπολασμός στο 1% οσον αφορά τις γυναίκες ενώ οι αριθμοί ειναι 10 φορές χαμηλότεροι για τους άνδρες.

Ενδεχομένως ενα επιπλέον 5-10% του πληθυσμού (κυρίως γυναίκες) εμφανίζουν παραλλαγές των διαταραχών αυτών ή ηπιότερες μορφές τους.

Η βιβλιογραφία ως σήμερα υποστηρίζει ότι οι γυναίκες εμφανίζουν τουλάχιστον 10 φορές συχνότερα διαταραχές πρόσληψης τροφής από τους άνδρες χωρίς η κοινωνικοοικονομική κατάσταση και τάξη να παίζουν ρόλο. Ενδεχομένως οι διαταραχές αυτές είναι για άγνωστους λόγους σχετικά σπάνιες σε μη-δυτικού τύπου κοινωνίες αλλά η συχνότητά τους αυξάνεται με την «δυτικοποίηση» των κοινωνιών αυτών, γεγονός που έχει αποδειχθεί και με μελέτες που εχουν γίνει στην Ελλάδα. Επίσης είναι γεγονός ότι η ψυχογενής ανορεξία εμφανίζεται με μεγαλύτερη συχνότητα σε επαγγέλματα για τα οποία το σώμα έχει ιδιαίτερη σημασία (μοντέλα, αθλήτριες, χορεύτριες κτλ).

Η εξέλιξη των διαταραχών πρόσληψης τροφής ποικίλει και μετά από 25-30 χρόνια νόσησης περίπου μέχρι και το 20% των ασθενών καταλήγει είτε λόγω της διαταραχής αυτής καθαυτής είτε λόγω αυτοκτονίας. Περίπου οι μισοί ασθενείς εμφανίζουν καλή έκβαση με ελάχιστη υπολειμματική συμπτωματολογία και καλή λειτουργικότητα ενώ το υπόλοιπο 30% θα εμφανίσει μια χρόνια νόσηση με σημαντικό βαθμό αναπηρίας.

Αιτιοπαθογένεια

Η ακριβής αιτιοπαθογένεια των διαταραχών αυτών είναι άγνωστη, καθώς τα δεδομένα ανεπαρκή και δε μπορούν να συνδυαστούν (Baranowska, Baranowska-Bik, Bik, & Martynska, 2008; Bulik et al., 2007; Kaye, 2008; Steiger & Bruce, 2007). Με βάση το βιο-ψυχο-κοινωνικό μοντέλο, πιθανόν μια ποικιλία παραγόντων επηρρεάζει τη συμπεριφορά πρόσληψης τροφής οδηγώντας στην εμφάνιση ακραίων καταστάσεων που μπορεί να είναι έως και απειλητικές για τη ζωή. Πιθανότατα στην πορεία εμφανίζονται φαύλοι κύκλοι τόσο συμπεριφοράς, διαταραγμένων διαπροσωπικών σχέσεων όσο και βιολογικών διαταραχών που αν και δευτεροπαθείς επηρεάζουν σημαντικά την έκβαση της νόσου.

Στους πιθανούς κοινωνικούς παράγοντες περιλαμβάνεται η «δυτική» αντίληψη για το λεπτό και αθλητικό σώμα η οποία ασκεί σημαντικά μεγαλύτερη πίεση στις γυναίκες. Το γεγονός ότι διαταραχές πρόσληψης τροφής συναντώνται συχνά σε επαγγελματίες χορευτές, αθλητές κτλ, θέτει το ερώτημα ποιό είναι το αίτιο και ποιο το αποτέλεσμα, το κατά πόσον δηλαδή η διαταραχή αποτελεί αποτέλεσμα ενός αναγκαστικού στυλ ζωής ή απλά διευκολύνει την υιοθέτηση ενός επαγγέλματος.

Οι παλαιότερες ψυχολογικές θεωρίες πρότειναν μια πιθανή φοβική αποφυγή του φαγητού που πηγάζει από κοινωνική και σεξουαλική ένταση ως αποτέλεσμα της εφηβείας. Οι ψυχοδυναμικές θεωρίες τονίζουν τις φαντασίες σύλληψης από το στόμα και επακόλουθης εγκυμοσύνης, σε συνδυασμό με σαγηνευτική συμπεριφορά προς τον πατέρα και επιθετικότητα προς τη μητέρα. Οι γνωσιακές θεωρίες τονίζουν την διαταραχή της εικόνας σώματος καθώς και αδυναμία κατάληλης αντίληψης και επεξεργασίας των σωματικών αισθημάτων (πείνα, κώπωση κτλ).

Η προσωπικότητα των ασθενών στους οποίους η νόσος βρίσκεται σε πλήρη ύφεση εμφανίζει καταναγκαστικά στοιχεία, με τελειοθηρία, ενδοστρέφεια, διαπροσωπική ανασφάλεια και μονωμένο συναίσθημα.

Οι οικογένειες των ασθενών χαρακτηρίζονται (κατά τη διάρκεια της νόσησης) από χαοτικότητα, εχθρότητα καθώς και διαταραγμένη στοργή και φροντίδα με τάσεις ασφυκτικού ελέγχου του ασθενούς. Πολλές φορές η επικοινωνία μεταξύ των μελών χαρακτηρίζεται από αντιφατικά ή αμφίσημα μυνήματα.

Οι γενετικές μελέτες που αφορούν την ψυχογενή ανορεξία δείχνουν μια οικογενή επιβάρυνση με τους μονοωογενείς διδύμους να την εμφανίζουν σε ποσοστό 66% και οι δύο, σε σύγκριση με το 0% των διζυγωτικών. Παρόμοια δεδομένα υπάρχουν και για τις υπόλοιπες διαταραχές πρόσληψης τροφής. Πιθανολογείται ότι η γενετική επιβάρυνση αφορά μια γενική ευαλωτότητα για την εκδήλωση ψυχικής διαταραχής και ειδικότερα διαταραχής της διάθεσης ή ιδεοκαταναγκαστικής διαταραχής. Από πλευράς νευροδιαβιβαστών έχει διερευνηθεί και τεκμηριωθεί η συμμετοχή αρκετών, συμπεριλαμβανομένων των 3 βασικών με πιθανά κεντρικό ρόλο να παίζει η σεροτονίνη.

Στους ασθενείς με διαταραχές πρόσληψης τροφής ανιχνεύεται μια ποικιλία νευροενδοκρινικών διαταραχών κυρίως με κέντρο τον υποθάλαμο, αλλα οι περισσότερες από αυτές είναι πέραν κάθε αμφιβολίας δευτεροπαθείς.

Κλινική Εικόνα

Ο G.F.M. Russell (1979) όρισε την ψυχογενή ανορεξία ως συμπεριφορά που στοχεύει στην απώλεια βάρους, νοσηρό φόβο ότι το άτομο θα παχύνει και σημεία ενδοκρινικής διαταραχής (π.χ. αμηνόρροια). Ταυτόχρονα όρισε την βουλιμία ως μια ακατανίκητη τάση για εκδήλωση επεισοδιακής υπερφαγίας, με συνοδές συμπεριφορές κάθαρσης ώστε αν αποφευχθεί το πάχος.

Οι ορισμοί αυτοί αποτελούν ακόμα τη βάση της σύγχρονης αντίληψης με κάποιες σημαντικές διαφοροποιήσεις. Η σύγχρονη αντίληψη περί ψυχογενούς ανορεξίας αντιλαμβάνεται σαφώς την κατάσταση αυτή ως χαρακτηριζόμενη από συμπεριφορά που αποσκοπεί στην απώλεια βάρους περιλαμβάνοντας ενασχόληση με το βάρος σώματος ανεξάρτητα από το πόσο πραγματικά είναι αυτό και ποια η κατάσταση της υγείας του ατόμου, καθώς και περίπλοκες συμπεριφορές διαχείρησης της τροφής, επίδρασης σε φυσιολογικές λειτουργίες του οργανισμού όπως στο πεπτικό σύστημα, και καύσης θερμίδων. Μπορεί να ακούγεται παράδοξο, αλλά παρά το όνομά της, η ψυχογενής ανορεξία δε χαρακτηρίζεται κατ’ αρχήν από ανορεξία ή απώλεια της όρεξης, τουλάχιστον στα αρχικά της στάδια. Πραγματική ανορεξία εμφανίζεται μόνο στα προχωρημένα στάδια της ψυχογενούς ανορεξίας ως συνέπεια του παρατεταμένου υποσιτισμού. Το βάρος στην ψυχογενή ανορεξία πέφτει κάτω από το 85% του φυσιολογικού, δηλαδή ο Δείκτης Μαζας Σώματος (Body Mass Index- BMI) πέφτει κάτω από το 17,5 (ο BMI υπολογίζεται ώς το πηλίκο του βάρους σε κιλά προς το τετράγωνο του ύψους σε μέτρα). Κομβικό σημείο στη συμπεριφορά που χαρακτηρίζει τη διαταραχή αυτή είναι η διαχείρηση των τροφών. Τα άτομα αυτά αποκλείουν πολλές «παχυντικές» τροφές όχι μόνο από το διαιτολόγιό τους αλλά και από το σπίτι. Αυτό γίνεται κατά τρόπο εντελώς υπερβολικό, σχετικά ασυνεπή, και πολλές φορές στη βάση αντισυμβατικών πεποιθήσεων ή απόψεων (για υγιεινή διατροφή και διαβίωση) που μπορεί να προβληματίσουν όσον αφορά τη διάγνωση (κατά πόσον είναι «ψυχωτική» ή ψευδοφιλοσοφική σκέψη). Πολλές φορές μασούν το φαγητό αλλά μετά το φτύνουν, μαγειρεύουν και ασχολούνται με περίπλοκες συνταγές αλλά δεν τρώνε, τεμαχίζουν το φαγητό σε πολύ μικρά κομμάτια, χρειάζονται υπερβολικά πολύ χρόνο για να φάνε και πολλές φορές μασάνε τσίχλα συνέχεια ανάμεσα στα γεύματα. Τα άτομα συνήθως προκαλούν εμετούς, χρησιμοποιούν ανορεκτικούς παράγοντες, καθαρτικά, διουρητικά και υπερβολική άσκηση (συμπεριφορές «κάθαρσης»). Μπορεί να επιδίδονται σε εξαντλητική γυμναστική αλλά επίσης μπορεί απλά να εμπλέκονται σε υπερβολική γενική σωματική δραστηριότητα.

Η διαταραχή της αντίληψης και αυτοαξιολόγησης του σχήματος και του βάρους σώματος δεν αφορά την αντικειμενική τους διάσταση, καθώς οι ασθενείς συνήθως μπορούν να τα εκτιμήσουν αντικειμενικά και να τα συζητήσουν λογικά. Ωστόσο η διαταραχή αφορά τη βαθύτερη στάση απέναντί τους και τη συναισθηματική επεξεργασία τους, καθώς και την ακατάλληλη επίδραση της ενασχόλησης αυτής στην αίσθηση εαυτού. Οι ασθενείς με ανορεξία πολλές φορές παρατηρούν το σώμα τους στον καθρέφτη, και παρότι μπορεί να αποδέχονται ότι το σώμα τους είναι λεπτό, μπορεί να επιμένουν ότι μερικά μέρη του (π.χ. η κοιλιά, οι γλουτοί κτλ.) έχουν απόθεμα λίπους ή το σχήμα τους δεν είναι καλό.

Γενικά φαίνεται ότι υπάρχουν δύο τύποι ψυχογενούς ανορεξίας. Ο ένας τύπος χαρακτηρίζεται από συμπεριφορές περιορισμού της πρόσληψης τροφής (περιοριστικός τύπος) ενώ ο δεύτερος χαρακτηρίζεται από συμπεριφορές επεισοδιακής υπερφαγίας με συνοδές συμπεριφορές κάθαρσης. Ο δεύτερος τύπος συνδυάζεται συχνότερα με ψυχοπαθολογία χαρακτηριστική διαταραχής προσωπικότητας με παρορμητικότητα, αντικοινωνική συμπεριφορά, κατάχρηση αλκοόλ και ουσιών και αυτοκαταστροφική ή αυτοκτονική συμπεριφορά. Η διαφορά του τύπου αυτού από τη βουλιμία βρίσκεται ουσιαστικά αποκλειστικά και μόνο στο χαμηλό σωματικό βάρος.

Οι εμμονή στις σκέψεις που αφορούν τη λήψη τροφής και το βάρος σώματος εμφανίζει χαρακτήρες σύντονους με το εγώ, με αποτέλεσμα την σχετική ή και απόλυτη έλλειψη κινήτρων για θεραπεία. Η ζωή των ασθενών δομείται γύρω από τον έλεγχο του βάρους τους και αυτό καθορίζει τόσο τον εσωτερικό τους κόσμο όσο και τις διαπροσωπικές τους σχέσεις οι οποίες διαταράσσονται ιδιαίτερα επειδή πολλές όψεις της προσωπικής τους ανάπτυξης (π.χ. σεξουαλικότητα) παρουσιάζουν προβλήματα. Η ψυχογενής ανορεξία συχνά συνδυάζεται με ιδεοκαταναγκαστική συμπτωματολογία και ιδιαίτερα με ιδεοκαταναγκασμούς που αφορούν την καθαριότητα.

Η αμηνόρροια είναι χαρακτηριστική συνέπεια στις γυναίκες που διατηρούν πολύ χαμηλό σωματικό βάρος, αν και πιθανολογείται ότι στους ασθενείς με ψυχογενή ανορεξία ενδεχομένως υπάρχει μια πρωτογενής διαταραχή του αξονα Υποθάλαμος-Υπόφυση-Γονάδες (Baranowska et al., 2008) που επιδεινώνεται και από τα αυξημένα επίπεδα στρες που βιώνουν οι ασθενείς αυτοί. Η αμηνόρροια οφείλεται σε μείωση της έκκρισης της GnRH, η οποία με τη σειρά της μειώνει την έκκριση της FSH και της LH από την υπόφυση. Συνέπεια αυτών είναι χαμηλά επίπεδα οιστρογόνων.

Ο όρος βουλιμία περιγράφει υπερβολική και εκτός ελέγχου πρόσληψη μεγάλων ποσοτήτων τροφής μέσα σε λίγο χρονικό διάστημα (λεπτά ή ώρες) υπό μορφή επεισοδίων υπερφαγίας (binge eating). Τα άτομα που πάσχουν από (ψυχογενή) βουλιμία έχουν συνήθως φυσιολογικό ή αυξημένο σωματικό βάρος και σημαντική ενασχόληση με το σώμα τους, γεγονός που οδηγεί σε συχνή διακύμανση του βάρους τους.

Οι ασθενείς αυτοί δεν τηρούν πρόγραμμα γευμάτων και δεν νιώθουν ικανοποίηση μετά από ενα τακτικό γεύμα. Η εκδήλωση επεισοδίων υπερφαγίας ανάμεσα στα άλλα προκαλεί και εκτόνωση ενός έντονου αισθήματος άγχους.

Τα επεισόδια υπερφαγίας (binge eating) (Striegel-Moore & Franko, 2008) ορίζονται ως  κατανάλωση μεγάλων ποσοτήτων φαγητού σε μια μικρή περίοδο χρόνου (π.χ. 1-2 ώρες με μέσο όρο την 1 ώρα περίπου). Η ποσότητα του φαγητού πρέπει να είναι σαφώς μεγαλύτερη απ’ όσο θα μπορούσαν να φάνε οι περισσότεροι άνθρωποι στο χρόνο αυτό και υπό παρόμοιες συνθήκες. Η κατανάλωση θα πρέπει να γίνεται παρά το ότι το άτομο δεν αισθάνεται πείνα, με ταχύτητα μεγαλύτερη από το συνηθισμένο. Συνήθως το άτομο τρώει μόνο λόγω αισθημάτων αμηχανίας, η συμπεριφορά συνοδεύεται από δυσάρεστο αίσθημα πληρότητας, και ακολουθούν αισθήματα αυτοεικτιρμού και ενοχής. Τα παραπάνω μερικές φορές είναι δύσκολο να καθοριστούν και να γίνει διάκριση φυσιολογικού-παθολογικού ειδικότερα στη σημερινή κοινωνία που χαρακτηρίζεται από υπερπληροφόρηση όσον αφορά τον υγιεινό τροπο ζωής και γενικευμένη συστηματική ενασχόληση με την εξωτερική εμφάνιση.

Η ψυχογενής βουλιμία (Hay, 2007) χαρακτηρίζεται και από αντιροπιστικές συμπεριφορές ώστε να αποφευχθεί η αύξηση του βάρους. Στα πλαίσια αυτά το άτομο προβαίνει σε «κάθαρση» μέσω προκλητών εμέτων, ή χρήσης καθαρτικών φαρμάκων ή υπερβολικές δίαιτες. Η κατάχρηση αμφεταμινών που έχουν ανορεξιογόνο δράση δεν είναι ασυνήθιστη. Οι ασθενείς με βουλιμία που δεν εμφανίζουν τέτοιες συμπεριφορές τείνουν να έχουν αυξημένο βάρος, όσοι όμως τις εμφανίζουν, ταυτόχρονα χαρακτηρίζονται και από υψηλότερα επίπεδα ψυχοπαθολογίας, και ιδιαίτερα από σοβαρότερη διαταραχή της αυτοεκτίμησης και του σχήματος του σώματος καθώς και της σοβαρότητας και της ενασχόλησης με αυτά. Χαρακτηριστικά ντρέπονται για το πρόβλημά τους και προσπαθούν να το αποκρύψουν από τον περίγυρο. Ζούν χαοτικές ζωές και έχουν προβληματικές διαπροσωπικές σχέσεις, καθώς και παρορμητική συμπεριφορά, (συμπεριλαμβανομένης της κλεπτομανίας), άγχος, κατάθλιψη και καταναγκαστικότητα, με συνοδά συχνή κατάχρηση ουσιών και αλκοόλ (Braun, Sunday, & Halmi, 1994; Godart et al., 2007).

Ένα σημαντικό ποσοστό του γενικού πληθυσμού φαίνεται να εμφανίζει κάποιου είδους διαταραχή πρόσληψης τροφής που όμως δε συμφωνεί απόλυτα με τους κλασσικούς ορισμούς είτε της ανορεξίας είτε της βουλιμίας. Αυτό συμβαίνει είτε επειδή η βαρύτητα είναι αμφίβολη, μόνο μερικά συμπτώματα είναι παρόντα, ή δεν υπάρχουν οι συνοδές ενδοκρινικές διαταραχές (Devlin, 2007; Keel, 2007; Latner & Clyne, 2008; Vinai et al., 2008; Zimmerman, Francione-Witt, Chelminski, Young, & Tortolani, 2008).

Επιπλοκές από τη γενική σωματική υγεία

Οι υπερβολές τόσο από τις εξαντλητικές δίαιτες όσο και από την υπερφαγία και τις συμπεριφορές κάθαρσης μπορεί να προκαλέσουν σοβαρά προβλήματα στην σωματική υγεία των ασθενών με διαταραχές πρόσληψης τροφής. Οι επιπλοκές αυτές είναι κοινές για τους ασθενείς με ανορεξία και βουλιμία, στο βαθμό που υπάρχουν οι συμπεριφορές κάθαρσης, ενώ οι ασθενείς με ανορεξία έχουν το επιπλέον πρόβλημα της γενικής σωματικής καχεξίας, με όλες τις επιπλοκές που αυτή προκαλεί.

Ενδεχομένως από τα λιγότερο σημαντικά προβλήματα, ωστόσο ιδιαίτερα χαρακτηριστικό, είναι η παρουσία ουλών και πληγών στην έξω επιφάνεια του χεριού από την προσπάθεια να προκαλέσουν εμετό με τα δάκτυλά τους. Οι έμετοι προκαλούν επίσης βλάβες στα δόντια.

Σοβαρότερα προβλήματα προκαλούνται στην αιμοποίηση (λευκοπενία, λεμφοκύτωση), στην οξεοβασική ισορροπία (υποκαλιαιμία), στο καρδιαγγειακό και το νευρικό σύστημα λόγω των ηλεκτρολυτικών διαταραχών και μπορεί να εμφανιστεί ως και κώμα ή καρδιακή ανακοπή. Τα ηπατικά ένζυμα μπορεί να αυξηθούν λόγω λιπώδους διήθησης του ήπατος ενώ και η χοληστερόλη μπορεί να είναι αυξημένη ιδιαίτερα σε νεαρούς ασθενείς. Άλλες επικίνδυνες καταστάσεις είναι η αφυδάτωση, διαταραχές του ΗΕΓ, επιληπτικές κρίσεις  γνωστικές διαταραχές, αύξηση της ουρίας, αύξηση της αμυλάσης ορού (λόγω αύξησης της παγκρεατικής λειτουργίας), παγκρεατίτις, υπόταση, ΗΚΓ διαταραχές, αρρυθμίες, μικροκαρδία, καρδιομυοπάθεια, αναιμία, υποπλασία του μυελού των οστών, μυοπάθεια, οστεοπώρωση, παθολογικά κατάγματα, δυσκοιλιότητα, γαστρικά και οισοφαγικά έλκη, εύθρυπτο δέρμα, ξηροδερμία, τριχόπτωση, περιστοματική δερματίτις, πνευμονία, αμηνόρροια, σύνδρομο χαμηλής Τ3, δυσανεξία στο κρύο, υποθερμία, παρωτίτις.

Ο εργαστηριακός έλεγχος θα πρέπει να περιλαμβάνει γενική αίματος και βιοχημικό έλεγχο, προσδιορισμό των ορμονων που μπορεί να εμφανίζουν χαμηλά επίπεδα, ΗΕΓ και ΗΚΓ

Διαφορική διάγνωση

Όσον αφορά την ψυχογενή ανορεξία, σημαντικό είναι να αποκλειστεί η ύπαρξη κάποιας σωματικής νόσου η οποία προκαλεί ανορεξία και καχεξία (καρκίνος, φυματίωση, φλεγμονώδεις παθήσεις του εντέρου, ενδοκρινικές παθήσεις, όγκοι του εγκεφάλου, AIDS). Επίσης υπάρχουν και άλλες ψυχικές διαταραχές που άμεσα ή έμμεσα προκαλούν διαταραχές στη λήψη τροφής με συνέπεια τη μείωση του σωματικού βάρους.

Τυπικά διαταραχές της όρεξης και του βάρους εμφανίζονται στις διαταραχές της διάθεσης με τη μελαγχολία να συνδέεται με ανορεξία και απώλεια βάρους ενώ η άτυπη κατάθλιψη συνδέεται με υπερφαγία και αύξησή του. Μια σημαντική διαφορά μεταξύ μελαγχολίας και ψυχογενούς ανορεξίας είναι ότι παρά την ονοματολογία, η μελαγχολία είναι η κατάσταση εκείνη που χαρακτηρίζεται από ανορεξία ενώ η ψυχογενής ανορεξία χαρακτηρίζεται από εμμονές, φόβους και σκέψεις για το σωματικό βάρος. Πραγματική ανορεξία εμφανίζεται μόνο στα προχωρημένα στάδια της ψυχογενούς ανορεξίας ως συνέπεια του παρατεταμένου υποσιτισμού. Έμμετοι, γαστρική δυσφορία και παρόμοιες εκδηλώσεις είναι συχνές σε ασθενείς με σωματοποιητική διαταραχή αλλά δεν υπάρχει υπερβολική απώλεια βάρους. Στις ψυχωτικές διαταραχές, παραληρητικές ιδέες που αφορούν δηλητηρίαση από άλλους ή ψευδοφιλοσοφικές σκέψεις μπορεί να επηρεάσουν την συμπεριφορά διατροφής καθώς και  το σωματικό βάρος μερικές φορές, τυπικά όμως απουσιάζει ο φόβος του να γίνει το άτομο παχύ καθώς και οι συμπεριφορές κάθαρσης.

Τέλος, διαταραχές της εμμήνορρησίας υπάρχουν στις περισσότερες ψυχικές διαταραχές, πολλές φορές ως συνέπεια της φαρμακευτικής αγωγής.

Βουλιμικές συμπεριφορές μπορεί να εμφανιστούν σε σπάνιες παθήσεις του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος όπως στα σύνδρομα Kluver-Bucy, Kleine-Levin και Prader-Willi, τα οποία περιλαμβάνουν και άλλα συμπτώματα συναισθηματικών διαταραχών όπως υπερσεξουαλικότητα και υπερυπνία.

Αύξηση σωματικού βάρους μπορεί να παρατηρηθεί τόσο σε ασθενείς με σχιζοφρένεια όσο και με διπολική διαταραχή εν μέρει λόγω του ανθυγυεινού τρόπου ζωής που ακολουθούν όσο και λόγω της λήψης δεύτερης γενεάς αντιψυχωτικών φαρμάκων που ως παρενέργεια εμφανίζουν σημαντική αύξηση του σωματικού βάρους.

Ταξινόμηση

Τα δύο διαγνωστικά συστήματα το ICD-10 της Παγκόσμιας Ψυχιατρικής Εταιρείας (World Health Organization, 1993) και το DSM-IV-TR της Αμερικανικής Ψυχιατρικης Εταιρείας (American Psychiatric Association, 2000) περιλαμβάνουν διαγνωστικά εφαρμοσμένα κριτήρια για τη διάγνωση των κλασσικών μορφών των διαταραχών αυτών και η συζήτηση για την καλύτερη ταξινόμηση στο μέλλον είναι ανοιχτή. Υπάρχουν και άλλες περίπλοκες ταξινομήσεις που αφορούν ειδικές ομάδες πληθυσμού, π.χ. μικρά παιδιά (Bravender et al., 2007). Τα κριτήρια κατά  ICD-10 και  DSM-IV-TR παρατίθενται παρακάτω: 

  1. Διαγνωστικά κριτήρια των διαταραχών Πρόσληψης Τροφής κατά ICD-10 

Ψυχογενής Ανορεξία (Anorexia nervosa)

Α. Υπάρχει απώλεια βάρους ή σε παιδιά δεν επιτυγχάνεται η αναμενόμενη αύξηση βάρους, και αυτό οδηγεί σε βάρος σώματος τουλάχιστον 15% χαμηλότερο από το αναμενόμενο με βάση την ηλικία και το ύψος.

Β. Η απώλεια βάρους επιτυγχάνεται από το ίδιο το άτομο με αποφυγή «παχυντικών τροφών».

Γ. Υπάρχει μια αίσθηση εαυτού ότι το άτομο είναι υπερβολικά παχύ, με ένα βαθύ φόβο ότι θα παχύνει τα οποία οδηγούν σε ενα αυτο-επιβαλόμενο χαμηλό επίπεδο βάρους.

Δ. Υπάρχει μια διάχυτη ενδοκρινική διαταραχή που περιλαμβάνει τον άξονα Υποθάλαμος-Υπόφυση-Γονάδες και στις γυναίκες εκδηλώνεται ως αμηνόρροια και στους άνδρες ως απώλεια του σεξουαλικού ενδιαφέροντος και της απόδοσης.

Ε. Η διαταραχή δεν πληρεί τα κριτήρια Α και Β για την ψυχογενή βουλιμία (bulimia nervosa)

Ψυχογενής Βουλιμία (Bulimia nervosa)

Α. Υπάρχουν υποτροπιάζοντα επεισόδια υπερφαγίας (τουλάχιστον δυο φορές την εβδομάδα για μια περίοδο 3 μηνών) κατά την οποία καταναλώνονται μεγάλες ποσότητες τροφής σε σύντομες χρονικές περιόδους.

Β. Υπάρχει επίμονη ενασχόληση με τη διατροφή και μια ισχυρή επιθυμία ή μια παρόρμηση το άτομο να φάει (craving).

Γ. Ο ασθενής επιχειρεί να αντισταθμίσει τα «παχυντικά» αποτελέσματα του φαγητού με ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα:

(1)  αυτο-προκαλούμενοι έμμετοι

(2)  αυτο-προκαλούμενη κάθαρση

(3)  εναλλαγή με περιόδους λιμοκτονίας

(4)  χρήση φαρμάκων όπως καταστολείς της όρεξης, θυρεοειδικά σκευάσματα ή διουρητικά. Όταν η βουλιμία εμφανίζεται σε διαβητικούς ασθενείς μπορεί να επιλέξουν να παραμελήσουν τη θεραπεία τους με ινσουλίνη.

Δ. Υπάρχει μια αίσθηση εαυτού ότι το άτομο είναι υπερβολικά παχύ, με ένα βαθύ φόβο ότι θα παχύνει (συνήθως οδηγούν σε χαμηλό βάρος). 

  1. Διαγνωστικά κριτήρια των διαταραχών Πρόσληψης Τροφής κατά DSM-IV-TR 

Ψυχογενής Ανορεξία (Anorexia nervosa)

Α. Άρνηση να διατηρήσει το βάρος σώματος στο επίπεδο του ελάχιστου φυσιολογικού βάρους για την ηλικία και το ύψος (π.χ. απώλεια βάρους που οδηγεί σε βάρος σώματος χαμηλότερο από το 85% του αναμενόμενου, ή δεν παίρνει το αναμενόμενο βάρος κατά την περίοδο της ανάπτυξης και αυτό οδηγεί σε βάρος χαμηλότερο από το 85% του αναμενόμενου).

Β. Έντονος φόβος ότι θα πάρει βάρος και θα γίνει παχύς παρά το γεγονός ότι είναι ελιποβαρής.

Γ. Διαταραχή στον τρόπο με τον οποίο βιώνει το βάρος ή το σχήμα του σώματός του. Υπάρχει ακατάλληλη επίδραση του βάρους ή του σχήματος του σώματος στην εκτίμηση εαυτού ή άρνηση της σοβαρότητας του τωρινού χαμηλού βάρους σώματος.

Δ. Σε γυναίκες μετά την εμμηναρχή, αμηνόρροια, δηλαδή απουσία τουλάχιστον τριών στη σειρά κύκλων (μια γυναίκα θεωρείται ότι έχει αμηνόρροια εαν η περίοδός της έρχεται μόνο μετά από θεραπεία με ορμόνες π.χ. οιστρογόνα).

Καθορίστε τύπο:

Περιοριστικός τύπος: Κατά το παρόν επεισόδιο ψυχογενούς ανορεξίας, το άτομο δεν εκδηλώνει τακτικά συμπεριφορές επεισοδιακής υπερφαγίας (binge eating) ή κάθαρσης (π.χ. αυτο-προκαλούμενοι εμετοί, κατάχρηση καθαρτικών, διουρητικών ή κλισμάτων)

Τύπος επεισοδιακής υπερφαγίας/κάθαρσης: Κατά το παρόν επεισόδιο ψυχογενούς ανορεξίας, το άτομο τακτικά εμφανίζει συμπεριφορές επεισοδιακής υπερφαγίας ή κάθαρσης (π.χ. αυτο-προκαλούμενοι εμετοί, κατάχρηση καθαρτικών, διουρητικών ή κλισμάτων)

Ψυχογενής Βουλιμία (Bulimia nervosa)

Α. Υποτροπιάζονται επεισόδια υπερφαγίας. Ένα επεισόδιο υπερφαγίας (binge eating) χαρακτηρίζεται και από τα δύο παρακάτω:

(1) Κατανάλωση σε μια διακριτή χρονική περίοδο (π.χ. μέσα σε 2 ώρες) ποσότητας φαγητού που είναι καταφανώς μεγαλήτερη από όσο οι περισσότεροι άνθρωποι θα μπορούσαν να φάνε σε μια παρόμοια χρονική περίοδο και κάτω από παρόμοιες συνθήκες.

(2) Υπάρχει μια αίσθηση απώλειας του ελέγχου που αφορά τη λήψη τροφής κατά τη διάρκεια του επεισοδίου (π.χ. αίσθημα ότι δε μπορεί να σταματήσει να τρώει ή να ελέγξει το πόσο πολύ τρώει).

Β. Υποτροπιάζουσα αντιρροπιστική συμπεριφορά που στόχο έχει να προλάβει την αύξηση βάρους, όπως αυτοπροκαλούμενοι εμετοι, κατάχρηση καθαρτικών, διουρητικών, κλισμάτων ή άλλων φαρμάκων, δίαιτα ή υπερβολική σωματική άσκηση.

Γ. Τα επεισόδια υπερφαγίας και ακατάλληλης αντιρροπιστικής συμπεριφοράς συμβαίνουν και τα δύο κατά μέσο όρο τουλάχιστον δυο φορές την εβδομάδα σε μια περίοδο 3 μηνών.

Δ. Η αυτοαξιολόγηση αναμφίβολα επηρεάζεται από το σχήμα και το βάρος του σώματος.

D.  Self-evaluation is unduly influenced by body shape and weight.

Καθορίστε τύπο:

Τύπος κάθαρσης: Κατά το παρόν επεισόδιο ψυχογενούς βουλιμίας, το άτομο τακτικά εμφανίζει αυτο-προκαλούμενους εμετους, κατάχρηση καθαρτικών, διουρητικών ή κλισμάτων

Τύπος μη-κάθαρσης: Κατά το παρόν επεισόδιο ψυχογενούς βουλιμίας, το άτομο χρησιμοποίησε άλλες ακατάλληλες αντιρροπιστικές συμπεριφορές όπως δίαιτα ή υπερβολική σωματική άσκηση αλλα δεν εμφάνισε τακτικά αυτο-προκαλούμενους εμετους, κατάχρηση καθαρτικών, διουρητικών ή κλισμάτων

Θεραπευτική αντιμετώπιση

Η θεραπευτική αντιμετώπιση των ασθενών με διαταραχή πρόσληψης τροφής ποικίλει ανάλογα με τις ανάγκες του συγκεκριμένου ασθενούς (Halmi & Garfinkel, 1995). Δυστυχώς δεν υπάρχουν επαρκή ερευνητικά δεδομένα βασισμένα σε αυστηρή μεθοδολογία, κυρίως λόγω των ιδιαιτεροτήτων που παρουσιάζουν οι ασθενείς αυτοί, και ιδιαίτερα εκείνοι με τη σοβαρότερη συμπτωματολογία (Keel & Haedt, 2008; Ramoz, Versini, & Gorwood, 2007; Sylvester & Forman, 2008; Williams, Goodie, & Motsinger, 2008) οι οποίοι εμφανίζουν και υψηλά ποσοστά σωματικής νοσηρότητας και θνησιμότητας.

Σε επίπεδο εξωτερικού ασθενούς, μπορεί να γίνει θεραπευτική αντιμετώπιση των σχετικά καινούριων ασθενών που έχουν εναισθησία, είναι συνεργάσιμοι, δεν εμφανίζουν συμπεριφορές κάθαρσης και το οικογενειακό περιβάλλον είναι υποστηρικτικό και εκπαιδεύσιμο. Οι ασθενείς που εμφανίζουν συχνές υποτροπές, πολύ χαμηλό σωματικό βάρος που γίνεται επικίνδυνο για την γενική τους υγεία ή ακόμα και τη ζωή τους, συνοσηρότητα ψυχικών διαταραχών και αυτοκτονικό ιδεασμό, χρειάζονται ενδονοσοκομειακή θεραπεία τουλάχιστον μέχρι να αντιμετωπιστούν τα οξέα τους προβλήματα.

Η κλινική εμπειρία διδάσκει ότι είτε σε επίπεδο εξωτερικού ιατρείου είτε ενδονοσοκομειακά, είναι απαραίτητη η γενική ιατρική διαχείρηση και υποστήριξη των ασθενών αυτών καθώς και συνδυασμός φαρμακοθεραπείας και ψυχοθεραπευτικών παρεμβάσεων με στοιχεία ψυχοεκπαίδευσης και γνωστικής-συμπεριφορικής θεραπείας. Σε νεαρότερες ηλικίες μπορεί να είναι απαραίτητη και οικογενειακή θεραπεία.

Η γενική ιατρική διαχείρηση στόχο έχει την αποκατάσταση του σωματικού βάρους εντός φυσιολογικών ορίων και η διόρθωση μεταβολικών, ηλεκτρολυτικών ή αλλων διαταραχών με καθημερινή παρακολούθηση των ισοζυγίων νερού, ηλεκτρολυτών και θερμίδων. Η σίτιση θα πρέπει να γίνεται σχετικά σταδιακά και αρχικά ενδεχομένως να είναι απαραίτητη η πρόσληψη μόνο υδαρών τροφών (πχ κρέμες) ωστόσο θα πρέπει όσο το δυνατόν γρηγορότερα, εντός ημερών, να αρχίζει η χορήγηση κανονικής τροφής με αυξανόμενη θερμιδική αξία. Τα γεύματα θα πρέπει να χορηγούνται προγραμματισμένα σε σταθερές ώρες και με σταθερό περιβάλλον και όρους. Τόσο για εξωτερικούς όσο και για ενδονοσοκομειακούς ασθενείς δε θα πρέπει να επιτρέπεται γενικά η χρήση εξωτερικών υπηρεσιών delivery από τον ασθενή και στην περίπτωση που κρίνεται σκόπιμο για νοσηλευόμενους ασθενείς να εμπλακεί η οικογένεια στην παρασκευή φαγητού (επειδή σε ορισμένες νοσοκομειακές δομές υπάρχει αδυναμία υποστήριξης παρόμοιων προγραμμάτων σίτισης), αυτό θα πρέπει να γίνεται πάλι προγραμματισμένα με προσυνενόηση και σε καμία περίπτωση περιστασιακά ή ευκαιριακά.

Σε ακραίες περιπτώσεις που είναι επικίνδυνες για τη ζωή και ο ασθενης δε συνεργάζεται, μπορεί να είναι απαραίτητη η καθήλωση και σίτιση με ρινογαστρικό καθετήρα. Φυσικά στις περιπτώσεις αυτές θα πρέπει να τηρείται με κάθε λεπτομέρεια η διαδικασία που προβλέπεται από το νόμο.

Σημαντική είναι η επιτήρηση του ασθενούς ιδιαίτερα τις ώρες αμέσως μετά από τα γεύματα ώστε να αποφευχθούν οι συμπεριφορές κάθαρσης και κυρίως οι προκλητοί έμετοι. Υπό την έννοια αυτή επιτήρηση υπάρχει ακόμα και στη χρήση του μπάνιου. Προοδευτικά σημαντικό είναι να μπορέσει ο ασθενής να προσαρμοστεί στο φαγητό όπως αυτό λαμβάνεται στα πλαίσια μιας συνηθισμένης οικογένειας.

Ο νοσηλευόμενος ασθενής μπορεί να πάρει εξιτήριο από τη στιγμή που είναι φυσιολογικά σταθεροποιημένος με φυσιολογικό ΗΚΓ και ΗΕΓ, φυσιολογικές εξετάσεις αίματος, βάρος εντός των αποδεκτών ορίων και συμπεριφορά λήψης τροφής που θα οδηγούσε στη διατήρηση του βάρους αυτού. Σημαντική είναι η έλλειψη αυτοκτονικού ιδεασμού.

Παρότι δεν υπάρχουν δεδομένα από μεγάλες ελεγχόμενες μελέτες, η γνωστική-συμπεριφορική θεραπεία χρησιμοποιείται ευρύτατα για την αντιμετώπιση της ψυχογενούς ανορεξίας και θεωρείται ότι έχει σημαντικά θεραπευτικά αποτελέσματα (Bowers & Ansher, 2008). Η προσέγγιση αυτή βασίζεται στην παρακολούθηση και καταγραφή από τον ίδιο τον ασθενή της πρόσληψης τροφής τόσο όσον αφορά την ποσότητα, ποιότητα αλλά και τον τρόπο και τη διαδικασία, των συναισθημάτων που του προκαλεί καθώς και των συμπεριφορών κάθαρσης που εκλύονται καθώς και των διαπροσωπικών προβλημάτων που εμφανίζονται. Ακολούθως οι ασθενείς ενθαρύνονται στην τροποποίηση των σχέσεων μεταξύ των ανωτέρω στοιχείων με τελικό στόχο την τροποποίση της συμπεριφοράς λήψης τροφής και αποφυγή των προβληματικών συμπεριφορών που συνδέονται με αυτήν. Σημαντικό ρόλο μπορεί να παίξει η οικογενειακή θεραπεία και ψυχοεκπαίδευση παρόλο που πολλές φορές δεν είναι εφικτές λόγω της δομής της οικογένειας και της προσωπικότητας των μελών της.

Δεν υπάρχουν δεδομένα που να αφορούν τη χρήση ψυχοφαρμακευτικών παραγόντων στη θεραπεία της ψυχογενούς ανορεξίας. Παραδοσιακά χρησιμοποιούνται παράγοντες που συνδυάζουν την αγχόλυση-καταστολή με αύξηση βάρους ως «ανεπιθύμητη» ενέργεια. Στα πλαίσια αυτά σήμερα θέση στη φαρμακοθεραπεία της ψυχογενούς ανορεξίας έχουν μερικά από τα δεύτερης γενεάς αντιψυχωτικά και κυρίως η ολανζαπίνη (Dunican & DelDotto, 2007), καθώς και αντικαταθλιπτικά τα οποία είτε εμφανίζουν σημαντική δράση στο ψυχαναγκαστικού τύπου σκεπτικό υλικό (πχ φλουοξετίνη) είτε συνδυάζουν την καταστολή με την αύξηση βάρους (πχ μιρταζαπίνη). Πρόβλημα στους ασθενείς αυτούς είναι η αστάθεια της σωματικής κατάστασης που κάνει πολλούς θεράποντες επιφυλακτικούς όοσν αφορά τη δοσολογία των φαρμάκων αυτών, φαίνεται όμως ότι κυρίως υψηλές δόσεις είναι αποτελεσματικές εφ’ όσον όμως το επιτρέπει η κατάσταση του ασθενεούς (Fountoulakis, Iacovides, Siamouli, Koumaris, & Kaprinis, 2006).

Όσον αφορά την ψυχογενή βουλιμία, τα ερευνητικά δεδομένα είναι περισσότερα κυρίως κατά τις τελευταίες 2 δεκαετίες, και αφορούν την αποτελεσματικότητα της γνωστικής-συμπεριφορικής θεραπείας η οποία έχει σχετικά τεκμηριωθεί (Agras et al., 1992; Durand & King, 2003; Fairburn et al., 1995; Schmidt et al., 2007; Thompson-Brenner & Westen, 2005; Wilfley et al., 2002) αν και η μετα-ανάλυση των δεδομένων θεωρεί τον όποιο ενθουσιασμό μάλλον υπερβολικό (Bacaltchuk, Hay, & Trefiglio, 2001). Οι αρχές της παρέμβασης αυτής είναι η διακοπή του φαύλου κύκλου επεισοδίων υπερφαγίας και δίαιτας και η διόρθωση των γνωσιακών στρεβλώσεων και πεποιθήσεων που αφορούν το σώμα και την εικόνα εαυτού. Ελάχιστα μελετημένη είναι η Διαπροσωπική ψυχοθεραπεία που στοχεύει στην διόρθωση των διαταραγμένων διαπροσωπικών σχέσεων του ασθενούς.

Η φαρμακοθεραπεία της ψυχογενούς βουλιμίας περιλαμβάνει αντικαταθλιπτικά (Devlin, Goldfein, Petkova, Liu, & Walsh, 2007; Mitchell et al., 1990) και ενδεχομένως τοπιραμάτη (Claudino et al., 2007), και η αποτελεσματικότητά τους έχει επίσης τεκμηριωθεί, ωστόσο δεν είναι ικανοποιητική, πιθανόν εν μέρει διότι ο τρόπος χρήσης των φαρμάκων αυτών (δόση, διάρκεια) είναι ανεπαρκής.

Τουλάχιστον κάποια στοιχεία υπάρχουν που συνηγορούν ότι η συνδυασμένη φαρμακοθεραπεία-γνωστική συμπεριφορική θεραπεία είναι περισσότερο αποτελεσματική και παρότι δεν είναι ακόμα σαφές, αποτελεί τη συνιστώμενη θεραπευτική προσέγγιση σε ασθενείς με ψυχογενή βουλιμία (Bacaltchuk et al., 2001; Claudino et al., 2007; Goldbloom et al., 1997; Walsh et al., 1997).

Πορεία και πρόγνωση των διαταραχών Πρόσληψης Τροφής

Παρότι δεν υπάρχουν αρκετά στοιχεία, η διεθνής βιβιογραφία προτείνει ότι η πορεία και η πρόγνωση των διαταραχών αυτών ποικίλει (Berkman, Lohr, & Bulik, 2007). Η ψυχογενής ανορεξία εμφανίζεται συνήθως νωρίς, και οι μακροχρόνιες μελέτες αναφέρουν ότι το 25% των ασθενών εμφανίζει πλήρη ύφεση, το 50% μια χρόνια πορεία με σχετικά καλή λειτουργικότητα ενώ το υπόλοιπο 25% εμφανίζει μια βαριά μορφή της διαταραχής με αυξημένη σωματική νοσηρότητα, θνησιμότητα και αυτοκτονίες (Eckert, Halmi, Marchi, Grove, & Crosby, 1995; Halmi et al., 1991; Signorini et al., 2007; Theander, 1985). Σχεδόν οι μισοί ασθενείς με αρχική διάγνωση ανορεξίας θα αποδειχθούν αργότερα βουλιμικοί.

Η ψυχογενής βουλιμία αντίθετα έχει ηλικία έναρξης αργότερα, περίπου στην ηλικία των 18-19, και χαμηλότερους δείκτες θνησιμότητας. Περίπου το 50% των ασθενών μπορεί να εμφανίσει πλήρη ύφεση ενώ περίπου ενα 20% εμφανίζει μια βαρύτερη μορφή της διαταραχής, η οποία και κυρίως επιπλέκεται κατά χρόνιο τρόπο με άλλες ψυχικές διαταραχές όπως μείζονα κατάθλιψη, ιδεοκαταναγκαστική διαταραχή, αγχώδεις διαταραχές, κατάχρηση ουσιών και αλκοόλ καθώς και διαταραχές προσωπικότητας (Crane, Roberts, & Treasure, 2007; Godart et al., 2007; Keel, Mitchell, Miller, Davis, & Crow, 1999; Theander, 1985). 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Acosta MC, Manubay J, Levin FR: Pediatric obesity: parallels with addiction and treatment recommendations. Harv Rev Psychiatry 16:80-96, 2008.

Agras WS, Rossiter EM, Arnow B, et al.: Pharmacologic and cognitive-behavioral treatment for bulimia nervosa: a controlled comparison. Am J Psychiatry 149:82-87, 1992.

American Psychiatric Association: Diagnostic and Statistical Manual of Mental Disorders, Fourth edition, Text revision. DSM-IV-TR. Washington, DC: American Psychiatric Publishing Inc, 2000.

Avena NM, Rada P, Hoebel BG: Evidence for sugar addiction: behavioral and neurochemical effects of intermittent, excessive sugar intake. Neurosci Biobehav Rev 32:20-39, 2008.

Bacaltchuk J, Hay P, Trefiglio R: Antidepressants versus psychological treatments and their combination for bulimia nervosa. Cochrane Database Syst Rev:CD003385, 2001.

Baranowska B, Baranowska-Bik A, Bik W, et al.: The role of leptin and orexins in the dysfunction of hypothalamo-pituitary-gonadal regulation and in the mechanism of hyperactivity in patients with anorexia nervosa. Neuro Endocrinol Lett 29:37-40, 2008.

Berkman ND, Lohr KN, Bulik CM: Outcomes of eating disorders: a systematic review of the literature. Int J Eat Disord 40:293-309, 2007.

Bowers WA, Ansher LS: The effectiveness of cognitive behavioral therapy on changing eating disorder symptoms and psychopathology of 32 anorexia nervosa patients at hospital discharge and one year follow-up. Ann Clin Psychiatry 20:79-86, 2008.

Braun DL, Sunday SR, Halmi KA: Psychiatric comorbidity in patients with eating disorders. Psychol Med 24:859-867, 1994.

Bravender T, Bryant-Waugh R, Herzog D, et al.: Classification of child and adolescent eating disturbances. Workgroup for Classification of Eating Disorders in Children and Adolescents (WCEDCA). Int J Eat Disord 40 Suppl:S117-122, 2007.

Bulik CM, Hebebrand J, Keski-Rahkonen A, et al.: Genetic epidemiology, endophenotypes, and eating disorder classification. Int J Eat Disord 40 Suppl:S52-60, 2007.

Claudino AM, de Oliveira IR, Appolinario JC, et al.: Double-blind, randomized, placebo-controlled trial of topiramate plus cognitive-behavior therapy in binge-eating disorder. J Clin Psychiatry 68:1324-1332, 2007.

Crane AM, Roberts ME, Treasure J: Are obsessive-compulsive personality traits associated with a poor outcome in anorexia nervosa? A systematic review of randomized controlled trials and naturalistic outcome studies. Int J Eat Disord 40:581-588, 2007.

Devlin MJ: Is there a place for obesity in DSM-V? Int J Eat Disord 40 Suppl:S83-88, 2007.

Devlin MJ, Goldfein JA, Petkova E, et al.: Cognitive behavioral therapy and fluoxetine for binge eating disorder: two-year follow-up. Obesity (Silver Spring) 15:1702-1709, 2007.

Dunican KC, DelDotto D: The role of olanzapine in the treatment of anorexia nervosa. Ann Pharmacother 41:111-115, 2007.

Durand MA, King M: Specialist treatment versus self-help for bulimia nervosa: a randomised controlled trial in general practice. Br J Gen Pract 53:371-377, 2003.

Eckert ED, Halmi KA, Marchi P, et al.: Ten-year follow-up of anorexia nervosa: clinical course and outcome. Psychol Med 25:143-156, 1995.

Fairburn CG, Norman PA, Welch SL, et al.: A prospective study of outcome in bulimia nervosa and the long-term effects of three psychological treatments. Arch Gen Psychiatry 52:304-312, 1995.

Fountoulakis KN, Iacovides A, Siamouli M, et al.: Successful treatment of anorexia with a combination of high-dose olanzapine, fluoxetine and mirtazapine. Int J Clin Pharmacol Ther 44:452-453, 2006.

Godart NT, Perdereau F, Rein Z, et al.: Comorbidity studies of eating disorders and mood disorders. Critical review of the literature. J Affect Disord 97:37-49, 2007.

Goldbloom DS, Olmsted M, Davis R, et al.: A randomized controlled trial of fluoxetine and cognitive behavioral therapy for bulimia nervosa: short-term outcome. Behav Res Ther 35:803-811, 1997.

Halmi KA, Eckert E, Marchi P, et al.: Comorbidity of psychiatric diagnoses in anorexia nervosa. Arch Gen Psychiatry 48:712-718, 1991.

Halmi KA, Garfinkel P: Eating Disorders, in Treatments of psychiatric disorders, Vol. II. Edited by Gabbard G. Washington, DC, American Psychiatric Press, Inc, 1995, pp. 2081-2239.

Hay PJ: Understanding bulimia. Aust Fam Physician 36:708-712, 731, 2007.

Kaye W: Neurobiology of anorexia and bulimia nervosa. Physiol Behav 94:121-135, 2008.

Keel PK, Mitchell JE, Miller KB, et al.: Long-term outcome of bulimia nervosa. Arch Gen Psychiatry 56:63-69, 1999.

Keel PK: Purging disorder: subthreshold variant or full-threshold eating disorder? Int J Eat Disord 40 Suppl:S89-94, 2007.

Keel PK, Haedt A: Evidence-based psychosocial treatments for eating problems and eating disorders. J Clin Child Adolesc Psychol 37:39-61, 2008.

Latner JD, Clyne C: The diagnostic validity of the criteria for binge eating disorder. Int J Eat Disord 41:1-14, 2008.

Mitchell JE, Pyle RL, Eckert ED, et al.: A comparison study of antidepressants and structured intensive group psychotherapy in the treatment of bulimia nervosa. Arch Gen Psychiatry 47:149-157, 1990.

Ramoz N, Versini A, Gorwood P: Eating disorders: an overview of treatment responses and the potential impact of vulnerability genes and endophenotypes. Expert Opin Pharmacother 8:2029-2044, 2007.

Schmidt U, Lee S, Beecham J, et al.: A randomized controlled trial of family therapy and cognitive behavior therapy guided self-care for adolescents with bulimia nervosa and related disorders. Am J Psychiatry 164:591-598, 2007.

Signorini A, De Filippo E, Panico S, et al.: Long-term mortality in anorexia nervosa: a report after an 8-year follow-up and a review of the most recent literature. Eur J Clin Nutr 61:119-122, 2007.

Steiger H, Bruce KR: Phenotypes, endophenotypes, and genotypes in bulimia spectrum eating disorders. Can J Psychiatry 52:220-227, 2007.

Striegel-Moore RH, Franko DL: Should binge eating disorder be included in the DSM-V? A critical review of the state of the evidence. Annu Rev Clin Psychol 4:305-324, 2008.

Sylvester CJ, Forman SF: Clinical practice guidelines for treating restrictive eating disorder patients during medical hospitalization. Curr Opin Pediatr 20:390-397, 2008.

Theander S: Outcome and prognosis in anorexia nervosa and bulimia: some results of previous investigations, compared with those of a Swedish long-term study. J Psychiatr Res 19:493-508, 1985.

Thompson-Brenner H, Westen D: A naturalistic study of psychotherapy for bulimia nervosa, part 2: therapeutic interventions in the community. J Nerv Ment Dis 193:585-595, 2005.

Vinai P, Allison KC, Cardetti S, et al.: Psychopathology and treatment of night eating syndrome: a review. Eat Weight Disord 13:54-63, 2008.

Walsh BT, Wilson GT, Loeb KL, et al.: Medication and psychotherapy in the treatment of bulimia nervosa. Am J Psychiatry 154:523-531, 1997.

Wilfley DE, Welch RR, Stein RI, et al.: A randomized comparison of group cognitive-behavioral therapy and group interpersonal psychotherapy for the treatment of overweight individuals with binge-eating disorder. Arch Gen Psychiatry 59:713-721, 2002.

Williams PM, Goodie J, Motsinger CD: Treating eating disorders in primary care. Am Fam Physician 77:187-195, 2008.

World Health Organization: The ICD-10 classification of Mental and Behavioural disorders. Geneva, 1993.

Zimmerman M, Francione-Witt C, Chelminski I, et al.: Problems applying the DSM-IV eating disorders diagnostic criteria in a general psychiatric outpatient practice. J Clin Psychiatry 69:381-384, 2008.

Last Updated on Friday, 14 March 2014 19:19